Το φεγγάρι άρχισε να σηκώνεται, όπως κάθε βράδυ, σε τροχιά παράλληλη με την άκρη του γιγάντιου βράχου, ο οποίος έτεμνε κάθετα τον ορίζοντα. Πάνω του, ένα σκοτεινό ψηλό δάσος έκρυβε τη θάλασσα από τη θέα της παράξενης παρέας. Καθώς όλοι κοιτούσαν προς το φεγγάρι, αριστερά τους ήταν η θάλασσα και δεξιά τους ο πελώριος βράχος. Ο καθένας απολάμβανε τη στιγμή με το δικό του τρόπο, άλλος άκουγε μουσική, άλλος απλά σκεφτόταν και άλλοι συζητούσαν. Ένας τους μάλιστα, κάθισε και φωτογράφισε το φεγγάρι, που θα έμοιαζε με τον ήλιο αν όλα γύρω του δεν ήταν βυθισμένα σ’ ένα υπέροχο ασημένιο λαμπύρισμα και ο ουρανός δεν ήταν γεμάτος αστέρια. Κάποιοι έπιασαν μολύβια, άλλοι περπατούσαν πάνω κάτω την μοναχική από φωνές παραλία. Αλλεπάλληλες σκέψεις κύκλωναν τα μυαλά όλων τους, με γαλήνη όμοια με εκείνη των κυμάτων που χάιδευαν τις πολύχρωμες πέτρες, όμως ήταν πολύχρωμες μονάχα αν τις σήκωνε κανείς στο χέρι του για να τις παρατηρήσει, ή να τις τρυπήσει ώστε να φτιάξει φυλαχτό.
Το φεγγάρι άρχισε να φωτίζει περισσότερο, το δάσος γινόταν όλο και πιο οικείο, η θάλασσα τους καλούσε… Ήξεραν ότι το φως δεν έλλειπε στιγμή απ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, το φεγγάρι κατάφερνε αριστοτεχνικά να ταξιδεύει αργά πάνω απ’ τα κεφάλια τους, μέσα στη λήθη του απαρνιόταν το γεγονός ότι θα ξημέρωνα ζευγαρώνοντας με τη δύση του. Η παρέα συμμαζεύτηκε, άνοιξε ένα καινούριο μπουκάλι ούζο και συνέχισε να υπάρχει μέσα στο χάσιμό της. Είχαν μια μικρή βάρκα, φουσκωτή και με κουπιά. Σαν ηλεκτρισμένοι σηκώθηκαν και την έριξαν στο νερό.
Το φεγγάρι είχε ήδη ανέβει ίσαμε το βράχο, κάθε ανθρώπινη κίνηση στο νερό ακουγόταν καθαρά πάνω απ’ τα σχεδόν λεία κύματα. Τα κουπιά άρχισαν να πλατσουρίζουν άτεχνα και με κινήσεις νωχελικές, η βάρκα άρχισε να γλιστράει στα ασημένια νερά. Τα αστέρια ρούφαγαν τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα, παραταγμένα έτσι ώστε οι ναύτες να σταματήσουν μετά από λίγο το κουπί, και να εκμεταλλευτούν το σχετικά ήρεμο ρεύμα της θάλασσας, που τους πήγαινε προς το νησάκι που κάθε μέρα παρατηρούσαν από την ακτή. Τους φάνηκε μεγαλύτερο απ’ όσο νόμιζαν, αλλά κανείς δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία, ήταν τ’ αστέρια σα μαγνήτες των ματιών τους, κολλημένοι στο ταβάνι. Άφηναν το νερό να τους κατευθύνει, μετά έβγαιναν λίγο προς τα έξω, αφήνονταν και πάλι. Συζητούσαν σαν να μην ήξεραν εκείνη τη στιγμή τι σημαίνει πόλη, στριφογυρνώντας τη βάρκα άθελά τους, επιτρέποντας στα αστέρια να κοιτάζουν μέσα στην ψυχή τους.
Ένας τους αποκοιμήθηκε πάνω στο φουσκωτό μικρό πλεούμενο με τα πλαστικά κουπιά, γαληνεμένος και μαγεμένος απ΄το φεγγάρι καθώς ήταν. Και είδε στον ύπνο του, όσο οι άλλοι συνομιλούσαν, ότι έκαναν κουπί μέσα στ’ αστέρια και το φως λαμπύριζε, σαν το πλανκτόν μέσα στο αλατισμένο σύμπαν. Οι μεταλλικοί δορυφόροι είχαν μετατραπεί σε δελφίνια που κολυμπούσαν αρμονικά, μέσα στα θεοσκότεινα και φοβιστικά νερά που αποτελούσαν την απαρχή του χάους. Οι μικρές πέτρες που πετούσε ένα μικρό παιδί σε μια πολύ μακρινή παραλία, στην ίδια όμως θάλασσα (αφού μια είναι), βυθίζονταν στην ατμόσφαιρα εξαπατώντας τους ανθρώπους. Εκείνοι, νομίζουν ότι οι λάμψεις στον ουρανό τους είναι αέρινα, γαλάζια τζίνια που πραγματοποιούν τις ευχές τους. Οι λιγοστοί άνθρωποι που είδαν εκείνο το μικρό παιδί, στην άλλη άκρη του κόσμου, να πετάει βότσαλα στη θάλασσα για παιχνίδι, ποτέ τους δεν φαντάστηκαν ότι τα βότσαλα γίνονταν διάττοντες αστέρες.
Το όνειρο σταμάτησε τη στιγμή που η βάρκα σκούντηξε την άμμο ελαφρά. Ήταν πια αργά για αυτόν που κοιμήθηκε – και μου δάνεισε για λίγο τα μάτια του – να θυμηθεί οτιδήποτε από το όνειρο, ώστε να το περιγράψει στην παρέα. Τους έβλεπα τους αστροναύτες, εγώ, που μόνο μέρα ξέρουν οι άνθρωποι ότι βλέπω, αλλά τίποτα δεν μπόρεσα να κάνω. Ποτέ κανείς δεν έμαθε για το όνειρο, παρά μονάχα ο παραπονεμένος ήλιος.


Ιανουαρίου 30, 2009 στο 12:04 πμ
γιατί χάθηκες?