![]()
Είναι άδικο που ο άνθρωπος δεν έχει μερικές ικανότητες ορισμένων ζώων. Μερικές τις προσεγγίζει, μετά από μεγάλη αφοσίωση και συγκέντρωση, ίσως και μακροχρόνια καλλιέργεια, άλλες είναι ανέφικτες (μοιάζει αδύνατο να φυτρώσουν φτερά στις πλάτες του ή να ξαναφυτρώσει ένα χαμένο δάχτυλο), ανέφικτες με φυσικό τρόπο όμως (τεχνητά γίνεται να πετάξει χωρίς φτερά ή να τοποθετήσει ψεύτικο δάχτυλο). Οι πιο ρεαλιστές λένε ότι αυτό είναι φυσικό, κανένα όν δεν μπορεί να κάνει τα πάντα. Έτσι είναι, μονάχα που ο άνθρωπος μερικές φορές αυταπατάται ότι πετυχαίνει κάτι που η φύση δεν έχει προβλέψει για εκείνον, και ακόμη χειρότερα ότι μπορεί να το πετύχει. Επίσης ο άνθρωπος απέδειξε ότι είναι ο κυρίαρχος του πλανήτη και διαθέτει μια όποια υπεροψία. Όταν όμως αυτή θίγεται, τον οδηγεί στην απογοήτευση, στην αποδοχή, στη ματαιοδοξία, στην επιμονή ή στην εφευρετικότητα (συχνά ο άνθρωπος μπαίνει σε αυτοδημιούργητους λαβυρίνθους και η ανάγκη για να βρίσκει λύσεις μοιάζει κάθε φορά επιτακτική, τόσο όσο και η ίδια του η επιβίωση. Υπάρχουν περιπτώσεις που η εξέλιξη της μεθοδολογίας δημιουργεί μεγαλύτερη υπεροψία από κάθε προηγούμενο).
****
«Σκέφτηκα να κάνω κάτι ακραίο», είπε παθιασμένα ο Λουκάς, πίνοντας μια γερή γουλιά απ’ το ποτό του. Το βλέμμα του ταξίδευε και γυάλιζε ταυτόχρονα.
«Τί εννοείς ακραίο;»
«Κάποια τρέλα, κάτι ριψοκίνδυνο. Να πετάξω, όχι κυριολεκτικά, με αλεξίπτωτο. Έτσι θα καταφέρω να δω τον κόσμο με άλλη ματιά», συνέχισε με αποφασιστικότητα.
«Και γιατί να πετάξεις συγκεκριμένα; Πώς σου ήρθε κάτι τέτοιο;»
«Σκεφτόμουν τις προάλλες, πόσο άδικο είναι να μην μπορούμε να έχουμε τα προνόμια όλου του ζωικού βασιλείου στη διάθεσή μας, εμείς οι άνθρωποι. Όμως έχουμε μυαλό, ε, βλέπεις μπορέσαμε και φτιάξαμε υποκατάστατα όλων των ανικανοτήτων μας, γιατί λοιπόν να μην τα εκμεταλλευτούμε; Έτσι κι εγώ λέω να πετάξω. Μερικές φορές μάλιστα ξεπεράσαμε και τους καλύτερους του είδους. Ο αετός βλέπει από πολλές δεκάδες μέτρα με λεπτομέρεια, εμείς βλέπουμε μέχρι το διάστημα».
«Αν όμως η σαύρα χάσει τη ουρά της, ξαναφυτρώνει μια ολόιδια, με την ίδια ακριβώς λειτουργία, ενώ το μηχανικό πόδι σε εμποδίζει απ’ το να κάνεις πράγματα με την ίδια ευκολία που θα έκανες με ένα κανονικό πόδι. Το ίδιο ισχύει και για το πέταγμα, ποτέ ο άνθρωπος δε θα μπορέσει να νιώσει σαν τα πουλιά!»
«Θέλω απλά να κάνω κάτι ασυνήθιστο και ενδιαφέρον, δε θέλω να νιώσω σαν τα πουλιά», απάντησε κοφτά ο Λουκάς.
«Eνδιαφέρον αλλά και επικίνδυνο, όχι;»
«Ναί, έχει κάποιο ρίσκο, αλλά σκέψου τι σου προσφέρει σαν εμπειρία και σαν ανάμνηση…»
«Aν κάποιος μου εγγυηθεί ότι θα ανοίξει το αλεξίπτωτο, μπορεί και να το τολμήσω», είπε λίγο διστακτικά. Το ποτήρι της είχε γεμίσει κραγιόν. «Αν όμως, οποιοσδήποτε έρθει και μου υποσχεθεί ότι θα νιώσω σαν γεράκι, θα τον στείλω στο διάολο!»
«Θέλεις να πάμε μαζί; Να πετάξουμε παρέα, τώρα που είμαστε ερωτευμένοι;», της πρότεινε κάπως χαζοχαρούμενα, λες και υποκρινόταν σε ταινία ρομάντζου βγαλμένη από φτηνό καλούπι. Η τελευταία της δήλωση τον φόβισε όσο να’ ναι και της αποκάλυψε την επιθυμία του με γλυκό τρόπο.
«Τί εννοείς τώρα που είμαστε ερωτευμένοι; Το βλέπεις ευκαιριακά δηλαδή;», αναρωτήθηκε δυνατά, και από μέσα της σκεφτόταν πόσο άδικο ήταν να την αντιμετωπίζει με αυτόν τον τρόπο, γιατί εκείνη του αφιέρωνε πάρα πολύ χρόνο απ’ τη ζωή της.
«Σου προτείνω να πετάξουμε, κι εσύ κολλάς στις λέξεις. Αν είναι ποτέ δυνατόν! Και σταμάτα να βάζεις συνέχεια κραγιόν!», απάντησε ο Λουκάς προφανώς αναστατωμένος και νευριασμένος (έπαιξε ρόλο και η όλη προσπάθεια που έκανε για να το παρουσιάσει ρομαντικά και απέβη άκαρπη, αλλά και το ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε πάρει απάντηση), «εγώ φταίω που ήρθα και στο πρότεινα, δεν πειράζει, το ξεχνάμε, θα πάω μόνος μου». Αναρωτήθηκε αν άξιζε να συνεχίζει μια σχέση που τον οδηγούσε, μέσα από τα μονοπάτια της ομορφιάς, σε μια διαρκή υπενθύμιση της ασυνεννοησίας.
Όσοι χρησιμοποιούν τη λέξη «τρέλα», δίνουν μια διαφορετική έννοια στον όρο, κάθε φορά μιλούν με δικά τους μέτρα και σταθμά. Της καταλογίζουν αναπάντεχες ποινές και της προσδίδουν τα πιο αλλόκοτα χαρακτηριστικά. Κάποιος μπορεί να ορίζει ως τρέλα κάτι που για κάποιον άλλο μοιάζει ανιαρό και καθόλου περιπετειώδες. Φυσικά μιλάμε για τρέλα ηθελημένη, μια πράξη έξω απ’ τα συνηθισμένα που δε βλάπτει τους γύρω μας. Για μένα τρέλα είναι ένας πιγκουίνος με τραγιάσκα και σαξόφωνο.
****
Τα μικροπροβλήματα που αντιμετώπισε εκείνη κατά την προσομοίωση της προσεδάφισης, είχαν πλέον ξεπεραστεί. Το ζευγάρι παρακολούθησε αρκετά μαθήματα πτώσης με αλεξίπτωτο («ομαδικά μαθήματα με στρατιωτική σοβαρότητα», όπως έλεγε εκείνη), και ένιωθε πλέον έτοιμο να κατακτήσει τον ουρανό. Είχαν αποφασίσει να πετάξουν με αλεξίπτωτο για να τιμήσουν τον έρωτά τους, κάνοντας μια τρέλα.
«Είμαι πολύ ενθουσιασμένη για αύριο, νιώθω ότι κάνουμε κάτι που αξίζει», του είπε, με βλέμμα επίμονα καρφωμένο στο δικό του και με μια αισθησιακή παρόρμηση για την απόλυτη έκφραση μιας επιθυμίας. Τράβηξε λίγο το πάπλωμα και τον αγκάλιασε.
«Δε μπορώ να πω το αντίθετο και για μένα», απάντησε μονομιάς και κάπως βαριεστημένα ο Λουκάς.
«Τελικά ήταν πολύ όμορφη η ιδέα σου μωρό μου, είχες δίκιο», πρόσθεσε με παράτολμη γλύκα. Εκείνος δεν πρόλαβε να απαντήσει γιατί πνίγηκε στα φιλιά της. Ήταν ένα απ’ τα καλύτερα γαμήσια της ζωής τους. Ένιωσαν για πρώτη φορά σαν να ένωναν τις ψυχές τους, μπλέκοντας παθιασμένα τη σάρκα με την υπερβολική ένταση της αναμονής κάποιου πρωτόγνωρου και πολλά υποσχόμενου γεγονότος.
«Σε ένιωσα τόσο κοντά μου, αλήθεια, αισθάνθηκα τόσο…»
«Κι εγώ ένιωσα περίεργα, λες και δεν υπήρχε από κάτω μου στρώμα, λες και κουνιόσουν από πάνω μου σαν πούπουλο κι εγώ ήμουν βυθισμένος σ’ ένα σύννεφο», είπε ο Λουκάς.
***
«Καλημέρα αγάπη μου, έφτιαξα πρωινό!», γουργούρισε και τρίφτηκε στον νυσταγμένο Λουκά.
«Γμμ, καλή, γκχ, γκχ, καλημέρα…»
«Να το φέρω στο κρεβάτι;»
***
«Ασφαλίστε τις ζώνες σας, ξεκινάμε», φώναξε με κάπως βαριεστημένο ύφος ο αρχηγός της ομάδας, προσπαθώντας απλά να ακουστεί μέσα στην ανακατωσούρα του ήχου απ’ τις έλικες που ήδη στριφογύριζαν, δημιουργώντας ένα σκοτεινό συναίσθημα στον Λουκά. Της έσφιξε τα δάχτυλα, με άτσαλες κινήσεις, γιατί εκείνη τη στιγμή σκεφτόταν ότι ήθελε να της σφίξει το χέρι, αλλά του ήρθε μια εικόνα από μια ταινία στο μυαλό, και δεν θέλησε να το κάνει με τον ίδιο τρόπο. Έτσι λοιπόν το έκανε άγαρμπα και μόνο στα δάχτυλα. Εκείνη χαμογέλασε με χείλη που έτρεμαν από αγωνία, σκεφτόταν ότι αποκλείεται να έκανε το τελευταίο βήμα και να πηδούσε μέσα στον ουρανό, όσα εφεδρικά αλεξίπτωτα κι αν της έδιναν. Η χτεσινή νύχτα της έδινε δύναμη, αλλά η πραγματική απογείωση προκάλεσε φόβο μεγαλύτερο της δύναμης αυτής.
«Έχεις άγχος για την προσγείωση;», τη ρώτησε ο Λουκάς με όση τρυφερότητα του περίσσευε απ’ την αγνωστοφοβία που τον κυρίευε ανά περιόδους.
«Αν καταφέρω και πετάξω, δε θα με απασχολεί η προσγείωση», απάντησε. Ήξερε πια πως να περπατήσει με το που πατούσε το πόδι της στο έδαφος, είχε κάνει εντατικά μαθήματα και ένιωθε σίγουρη. Είναι μερικές φορές που το ξέρεις από πριν, ότι η προσγείωσή σου θα είναι αναπόφευκτη άπαξ και αρχίσεις να αιωρείσαι στον ουρανό.
«Θα πετάξουμε, ήδη πετάμε μέσα σ’ ένα κουτί, μισό μέτρο κάτω απ’ το πόδι σου είναι ο ουρανός!», είπε ο Λουκάς που είχε αρχίσει να ξεθαρρεύει.
Επακολούθησαν οι οδηγίες του αρχηγού. Ο Λουκάς δεν άκουσε λέξη, ήταν γοητευμένος από τη ιδέα ότι θα αιωρούταν στον ουρανό. Η κοπέλα άκουγε προσεκτικά, δημιουργώντας ένα προσωρινό καταφύγιο των σκέψεων για την τρέλα που πήγαινε να κάνει. Οι πρώτοι άρχισαν να πέφτουν, ορισμένοι δίσταζαν κι έκλειναν τα μάτια, άλλοι βουτούσαν χωρίς αναστολές, σαν υπερήρωες που θα κατακτούσαν τον αέρινο κόσμο. Διάφοροι γνωστοί τους από τα ομαδικά μαθήματα πτώσης με αλεξίπτωτο, τους εύχονταν καλή τύχη ή απλά τους έγνεφαν.
Είχε έρθει η σειρά τους, πλησίασαν την ανοιχτή πόρτα με γρήγορο βήμα, γεγονός που οφειλόταν στο Λουκά, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να κρύψει τον ενθουσιασμό του και τραβολογούσε την αγάπη του απ’ το χέρι, κι εκείνης της έμοιαζε τόσο αστείος και χαριτωμένος με το κράνος! Πριν το καταλάβει βρισκόταν στη αγκαλιά του, δίπλα στα σύννεφα. Ένιωθε την βαρύτητα να την καλεί, αισθάνθηκε ελεύθερη, αν και είχε λιγάκι αγχος για το αλεξίπτωτο. Αισθάνθηκε απέραντη ευγνωμοσύνη απέναντι στον άνθρωπο που της πρότεινε να βρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση, αλλά και απέραντη καύλα. Ο Λουκάς την έσφιξε και τοποθέτησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, έτσι ώστε να μπορεί να απολαμβάνει τη θέα. Κοίταξε τον ήλιο, αλλά δε θέλησε να το προχωρήσει.
Εκείνη χαμήλωσε το χέρι της και άρχισε να τον φιλάει. Ένα περιστέρι παρακολουθούσε τις κινήσεις της από χαμηλά, όμως είμαι σίγουρος ότι ποτέ του δεν είχε μελετήσει ανθρωπολογία.
«Θέλω να με γαμήσεις, εδώ πάνω, μόλις ανοίξουμε τα αλεξίπτωτα. Τώρα πρέπει να σε αποχωριστώ για να μη γίνει κανένα μπέρδεμα με τα αλεξίπτωτα καθώς θα ανοίγουν…», πρόλαβε να πει, προτού πετρώσει στο άκουσμα της λέξης «αλεξίπτωτο». Τον έσπρωξε, αγχωμένη καθώς ήταν, όμως το σπρώξιμό της του φάνηκε παιχνιδιάρικο και ερεθιστικό, να μην αναφέρω τίποτα για τα λόγια της.
Η κρίσιμη στιγμή είχε φτάσει, εκείνη που ανοίγουν τα αλεξίπτωτα. Τράβηξε το σκοινάκι και έσφιξε το σώμα της, περιμένοντας το τράνταγμα. Πέρασε κι αυτό, ένιωσε ασφαλής. Ο Λουκάς το θεωρούσε υπόθεση ρουτίνας, και απλά κατέβασε το σκοινάκι. Σαν να του φάνηκε ότι δεν άνοιξε, αλλά συνήλθε όταν τινάχτηκε προς τα πάνω καθώς είχε ξεχαστεί στις ανησυχίες του, ακούγοντας ένα πανί να ξεδιπλώνεται. Του επανήλθε η ιδέα του ερωτικού σπρωξίματος, αλλά δίσταζε για να την πλευρίσει. Ήθελε να απολαύσει τον ήλιο.
«Λουκά, έλα κοντά μου!», φώναξε η κοπέλα, «φοβάμαι μόνη μου…», πρόσθεσε με νάζι. Πράγματι ήταν δύσκολο να αρνηθεί μια τέτοια πρόταση ο Λουκάς. Ακόμη και στον αέρα με το κράνος, εκείνη φορούσε κραγιόν, πράγμα που τον παραξένεψε.
«Τί κάνεις αγάπη μου;», τη ρώτησε χαμηλώνοντας αυτός το χέρι του αυτή τη φορά. Εκείνη γέλασε.
«Καλά είμαι…»
Απ’ ότι φάνηκε η συνουσία της προηγούμενης νύχτας δεν κάλυψε τις ορέξεις του ζευγαριού, που εκτός του ότι πετούσε, ήθελε να σπάσει τα όρια και να το κάνει στον αέρα. Αυτό κι αν θα ήταν τρέλα!
Ο Λουκάς είχε ξεχάσει που βρισκόταν, η αλήθεια είναι ότι πετούσε ανάμεσα σε δύο λόφους, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο έρωτας τον αποπλάνησε από την παρατήρηση και τη γαλήνη του ουρανού. Τον έγλυφε στο λαιμό κι εκείνος ζαλιζόταν, την χάιδευε παντού, τα αλεξίπτωτά τους είχαν γίνει ένα. Άρχισε να τη γδύνει, της κατέβασε το παντελόνι και ξεκούμπωσε το δικό του. Πήγε από πίσω της, όσο τα χέρια του δούλευαν, ήθελε να είναι τέλειος σε απόδοση, στο πιο αξέχαστο γαμήσι της ζωής του. Μπήκε μέσα της, και πάνω στην ασυμμάζευτη λαχτάρα της σάρκας, της ξεκούμπωσε το αλεξίπτωτο λες και ήταν σουτιέν. Εκείνη τραβήχτηκε μονομιάς από την αγκαλιά του, αισθάνθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Λουκάς από αμηχανία άρχισε να κούμπωνει το παντελόνι του, όσο την έβλεπε να βυθίζεται μέσα στα συννεφάκια, κι εκείνη είχε σκύψει το κεφάλι, δεν ήθελε να τον ξανακοιτάξει. Του έμεινε ένα αιωρούμενο γαλάζιο αλεξίπτωτο στο χέρι και λίγο μπορντώ κραγιόν στα χείλη, ενώ η αγάπη του είχε χαθεί για πάντα. Έπρεπε να την προφτάσει, να πετάξει σαν το γεράκι ώστε να δει αν ήταν καλά και αν θα τον συγχωρούσε για ένα τέτοιο λάθος.
«Μα καλά, πόση ώρα κάνει αυτό το αλεξίπτωτο να φτάσει;», φώναζε με όλη του τη δύναμη, και δεν είχε πιθανότητες να σταματήσει τα δάκρυά του. Ερινύες. Ακριβώς οι ίδιες που πριν αιώνες επισκέφτηκαν το μυαλό του Δαίδαλου. Ήταν από τις φορές, θα έλεγα, κατά τις οποίες οι σκέψεις παίρνουν τη μορφή του Ικάρου, και μας κάνουν να νομίζουμε ότι μπορούμε να πετάξουμε…


Νοεμβρίου 22, 2007 στο 7:48 μμ
Χτες με έβαλε ο φίλος μου να δούμε τη σειρά “Heroes” στο Alter. Κι αυτό, διότι ήταν σίγουρος ότι θα μου άρεσε. Πρόσφατα δε ξαναείδα το “X-men”. Όταν από παιδί μιλάς στον εαυτό σου και πλάθεις φανταστικούς φίλους και αδέλφια, όταν με τα μαγικά σου τα μάτια δημιουργείς ασπίδες γύρω σου και αισθάνεσαι υπερήρωας με την αθώα ψυχή που κουβαλάς, τότε είναι βέβαιο, ότι σου αξίζει να πιστέψεις πως μπορείς να πετάξεις πάνω από τον αέρα!
Δεκεμβρίου 4, 2007 στο 2:32 πμ
“…άλλοι βουτούσαν χωρίς αναστολές, σαν υπερήρωες που θα κατακτούσαν τον αέρινο κόσμο…”
Να υποθέσωότι αναφέρεσαι στις λιγοστές αυτές λέξεις από το διήγημα, καθώς η λέξη υπερήρωας συνοδεύει έναν τυχαίο ενθουσιώδη και πρωτάρη αλεξιπτωτιστή… Γενικά δεν υπάρχουν εξηγήσεις, θα πρέπει να ερμηνεύσω τον εαυτό μου για το συγκεκριμένο καθώς αλλάζω καθημερινά στολή, όχι όμως του υπερήρωα ούτε του Αρλεκίνου – τουλάχιστον όχι εκεί έξω.
ΥΓ Σε ευχαριστώ για το comment..