Τα κεραμίδια

Νοεμβρίου 16, 2007

Υπάρχει μια στέγη
Με πλαγιαστά κεραμίδια
Έτσι ώστε να τρέχουν τα νερά της βροχής

Όταν αράζω εκεί
Ίσα που δε γλιστράω
Βάζω αντίσταση με τα πόδια
Ακουμπώντας την πλάτη στον τοίχο του μπαλκονιού
Αν ακουμπήσω και το κεφάλι
Τότε αναγκαστικά
Κοιτάζω ουρανό
Και λέω ουρανό γενικά

Φυσικά κάθε μέρα ο ουρανός
Είναι διαφορετικός
Όπως κι εγώ
Οπότε συνομιλούμε με διαφορετικές λέξεις
Κάθε φορά
Αλλά με τα ίδια σύμβολα
Εκείνος με σύννεφα και γαλάζιο
Όταν είναι χαρούμενος
Με γκρίζο και θολούρα
Όταν είναι μπερδεμένος
Με αστέρια και σκοτεινά χρώματα
Όταν κοιμάται

Εγώ του μιλάω με τα μάτια
Τον κοιτάζω κι εκείνος καταλαβαίνει

Μου επιτρέπει να του μιλάω
Όσο κοιμάται
Όμως έχουμε συμφωνήσει ότι αυτός
Δε θα μου απαντάει
Όσο κι αν επιμένω
Έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να επικοινωνήσει
Επειδή τη νύχτα δεν αλλάζει
Μένει στάσιμος
Όπως ένα μωρό που κοιμάται
Και ταξιδεύει σ’ έναν άγνωστο επίσης για εκείνο κόσμο
Καμιά φορά ο ουρανός παραμιλάει στο κρεβάτι του
Και τα παραμιλητά λαμπυρίζουν για λίγα δευτερόλεπτα
Κι εξαφανίζονται για πάντα

Εγώ του μιλάω με τα μάτια
Τον κοιτάζω κι εκείνος καταλαβαίνει
Δεν προτιμώ να παραδίδω το βλέμμα μου
Στους ανθρώπους
Δε θέλω να τους μαρτυρήσω το σκοπό μου
Όταν τους μιλάω κοιτάζω τα παπούτσια τους
Φοβάμαι μήπως με καταλάβουν
Όπως ο ουρανός όταν ξαπλώνω στα κεραμίδια
Φοβάμαι μήπως και υποψιαστούν
Ότι ταξιδεύω σαν το μωρό που κοιμάται
Ακόμη και σε περιστάσεις
Που θεωρούνται «σοβαρές»
Έτσι καταφέρνω και ξεσπάω
Καθώς χάνομαι στον ουρανό
Πατώντας γερά τα κεραμίδια
Για να μη με πάρει η βροχή
Και τον κοιτάζω επίμονα, για ώρες
Ένας άνθρωπος μπορεί να νόμιζε διάφορα
Ο ουρανός όμως ξέρει

Υποβολή απάντησης