Υπάρχει μια στέγη
Με πλαγιαστά κεραμίδια
Έτσι ώστε να τρέχουν τα νερά της βροχής
Όταν αράζω εκεί
Ίσα που δε γλιστράω
Βάζω αντίσταση με τα πόδια
Ακουμπώντας την πλάτη στον τοίχο του μπαλκονιού
Αν ακουμπήσω και το κεφάλι
Τότε αναγκαστικά
Κοιτάζω ουρανό
Και λέω ουρανό γενικά
Φυσικά κάθε μέρα ο ουρανός
Είναι διαφορετικός
Όπως κι εγώ
Οπότε συνομιλούμε με διαφορετικές λέξεις
Κάθε φορά
Αλλά με τα ίδια σύμβολα
Εκείνος με σύννεφα και γαλάζιο
Όταν είναι χαρούμενος
Με γκρίζο και θολούρα
Όταν είναι μπερδεμένος
Με αστέρια και σκοτεινά χρώματα
Όταν κοιμάται
Εγώ του μιλάω με τα μάτια
Τον κοιτάζω κι εκείνος καταλαβαίνει
Μου επιτρέπει να του μιλάω
Όσο κοιμάται
Όμως έχουμε συμφωνήσει ότι αυτός
Δε θα μου απαντάει
Όσο κι αν επιμένω
Έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να επικοινωνήσει
Επειδή τη νύχτα δεν αλλάζει
Μένει στάσιμος
Όπως ένα μωρό που κοιμάται
Και ταξιδεύει σ’ έναν άγνωστο επίσης για εκείνο κόσμο
Καμιά φορά ο ουρανός παραμιλάει στο κρεβάτι του
Και τα παραμιλητά λαμπυρίζουν για λίγα δευτερόλεπτα
Κι εξαφανίζονται για πάντα
Εγώ του μιλάω με τα μάτια
Τον κοιτάζω κι εκείνος καταλαβαίνει
Δεν προτιμώ να παραδίδω το βλέμμα μου
Στους ανθρώπους
Δε θέλω να τους μαρτυρήσω το σκοπό μου
Όταν τους μιλάω κοιτάζω τα παπούτσια τους
Φοβάμαι μήπως με καταλάβουν
Όπως ο ουρανός όταν ξαπλώνω στα κεραμίδια
Φοβάμαι μήπως και υποψιαστούν
Ότι ταξιδεύω σαν το μωρό που κοιμάται
Ακόμη και σε περιστάσεις
Που θεωρούνται «σοβαρές»
Έτσι καταφέρνω και ξεσπάω
Καθώς χάνομαι στον ουρανό
Πατώντας γερά τα κεραμίδια
Για να μη με πάρει η βροχή
Και τον κοιτάζω επίμονα, για ώρες
Ένας άνθρωπος μπορεί να νόμιζε διάφορα
Ο ουρανός όμως ξέρει

