Ο όρος «διασκευή» ενός τραγουδιού μπορεί να έχει δύο σημασίες, είτε cover είτε remix. Χρησιμοποίησα τους αγγλικούς όρους, γιατί δεν έχω συναντήσει ποτέ στην Ελληνική γλώσσα λέξεις ταυτόσημες της διασκευής (πέραν αυτής φυσικά). Το θέμα του διαχωρισμού προέκυψε με την εμφάνιση και εδραίωση της ηλεκτρονικής μουσικής.
Η χρήση των ηλεκτρονικών μέσων μουσικής παραγωγής, άρχισε να διαδίδεται και να γίνεται προσιτή, κυρίως μέσω των synthesizer και drum machine*, κατά τη δεκαετία του ’80, οπότε έγινε και μόδα. Έκτοτε, τεράστια ποσά επενδύθηκαν στην έρευνα και ανάπτυξη της μουσικής τεχνολογίας και μουσικού software. Κατά τη δεκαετία του ’90, προέκυψε η εξέλιξη του synthesizer σε sampler και φυσικά η εμφάνιση των προσωπικών υπολογιστών.
Όλα αυτά παρακίνησαν πολλούς djs και παραγωγούς να στραφούν σε μια νέα τεχνική, αυτή του remix. Στις μέρες μας αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο και φιγουράρει σε αναρίθμητες κυκλοφορίες. Το τραγούδι που υπόκειται σε remix, μπορεί να παραμείνει ως έχει και απλά να του προστεθούν κάποιοι ήχοι αλλά μπορεί και να αλλάξει μορφή, χάνοντας μελωδίες ή και μέρη ολόκληρα. Πάντοτε όμως υπάρχει ένα νέο στοιχείο στο κομμάτι, προσδίνοντάς του μια νέα μάσκα που μπορεί να τονίσει διαφορετικά χαρακτηριστικά του προσώπου του. Το βασικό είναι ότι τα φωνητικά, εφόσον υπάρχουν, δεν επαναηχογραφούνται, όμως ενίοτε παραμορφώνονται. Για να γίνει ένα κομμάτι remix, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχουν samples και ήχοι απ’ το πρωτότυπο, επί των οποίων «στήνεται» το κομμάτι απ’ την αρχή. Όσο για τους στόχους, αυτοί μπορεί να είναι από την Ella Fitzgerald μέχρι τους Doors και από τον Bob Marley μέχρι τον Henry Mancini. Ο όρος remix μπορεί να χαρακτηριστεί ως «παραποίηση, ανακατασκευή ή αλλαγή οπτικής γωνίας πάνω στις ίδιες μουσικές ιδέες». Ο όρος cover είναι η διασκευή που γνωρίζαμε όλοι, πριν την εμφάνιση του νέου παρακλαδιού της. Είναι η επανεκτέλεση ενός τραγουδιού, με τις όποιες πινελιές προστίθενται ή αφαιρούνται. Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου »

